εξαφανίζω


εξαφανίζω
[эксафанизо] р. исчезать

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξαφανίζω" в других словарях:

  • εξαφανίζω — εξαφανίζω, εξαφάνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξαφανίζω — (AM ἐξαφανίζω) [αφανίζω] 1. καταστρέφω τελείως, εξολοθρεύω («γένος ἐξηφάνισε», Ιώσ.) 2. κάνω κάτι άφαντο («εξαφάνισε το γράμμα») 3. (μεσ. και παθ.) εκλείπω νεοελλ. κρύβω («εξαφάνισε το πτώμα») …   Dictionary of Greek

  • εξαφανίζω — εξαφάνισα, εξαφανίστηκα, εξαφανισμένος, μτβ. 1. αφανίζω τελείως, κάνω κάτι ή κάποιον εντελώς άφαντο: Εξαφάνισε τα πειστήρια του εγκλήματος. 2. μτφ., εξολοθρεύω, εξοντώνω, καταστρέφω: Εξαφάνισε τους ανταπαιτητές του θρόνου του. 3. κρύβω κάτι, το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξαφανίζῃ — ἐξαφανίζω destroy utterly pres subj mp 2nd sg ἐξαφανίζω destroy utterly pres ind mp 2nd sg ἐξαφανίζω destroy utterly pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαφανίσει — ἐξαφανίζω destroy utterly aor subj act 3rd sg (epic) ἐξαφανίζω destroy utterly fut ind mid 2nd sg ἐξαφανίζω destroy utterly fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαφανίσω — ἐξαφανίζω destroy utterly aor subj act 1st sg ἐξαφανίζω destroy utterly fut ind act 1st sg ἐξαφανίζω destroy utterly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαφανίσῃ — ἐξαφανίζω destroy utterly aor subj mid 2nd sg ἐξαφανίζω destroy utterly aor subj act 3rd sg ἐξαφανίζω destroy utterly fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαφανιζομένων — ἐξαφανίζω destroy utterly pres part mp fem gen pl ἐξαφανίζω destroy utterly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαφανιζόντων — ἐξαφανίζω destroy utterly pres part act masc/neut gen pl ἐξαφανίζω destroy utterly pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαφανίζει — ἐξαφανίζω destroy utterly pres ind mp 2nd sg ἐξαφανίζω destroy utterly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)